About Report a problem

Menu

κατάκαρπος

κατάκαρπος, fruitful

κατάκαρπ-ος, ον,
  • fruitful, Aristodem. ap. Ath. 11.495f, LXX Ho. 14.7. Adv. -πως abundantly, κ. κατοικηθήσεται Ἱερουσαλήμ ib. Za. 2.4(8).

Saved

Recent