καταΐσχω
καταΐσχω, Ep. for κατίσχω, κατέχω, Od. 9.122 (Pass.).
κατα·ΐσχω, c. κατέχω, Od. 9, 122.
καταΐσχω, (ἴσχω), = κατέχω, Od. 9.122.
καταΐσχω
κατίσχω
[κατα- 1, κατα- 5 + (σ)ίσχω.]
2 sing. subj. mid. κατίσχεαι Il. 2.233.
- 1
To keep under control: [ἵππους] Il. 23.321.
- 2
To retain, keep.
In mid.: ἣν ἀπονόσφι κατίσχεαι Il. 2.233.
- 3
To occupy: οὔτε ποίμνῃσι καταΐσχεται [νῆσος] οὔτʼ ἀρότοισιν (no flocks browse there nor does corn sprout) Od. 9.122.
- 4
To bring a (ship) to land: ἐς πατρίδα γαῖαν νῆα κατισχέμεναι Od. 11.456.
- 1
καταΐσχω : see κατίσχω.