κατάλυπρος
κατάλυπρος, sad
κατάλυπρος, ον,
- sad, ὄμμα κ., στίλβον, dub. in Herod.Med. in Rh.Mus. 58.96 (v.l. ὄμματα καταλίπαρα).
κατάλυπρος, sad