καταδρυφάσσω
καταδρυφάσσω, hedge
καταδρῠφάσσω,
- hedge or fence in, Lyc. 239.
κατα·δρυφάσσω (ao. κατεδρύφαξα) [ῠ] enclore, Lyc. 239.
καταδρυφάσσω, umhägen, einpferchen u. schützen, χηλῷ γονάς Lycophr. 239.