καταείσατο
καταείσατο, had sped
καταείσατο,
- 3 sg. aor. Med. (cf. εἴσομαι II, ἐπιείσομαι) , ὅθι οἱ κ. γαίης where it had sped to earth, Il. 11.358: also expld. as fr. εἴδω (εἴδομαι), where it was visible to him (he descried it) on the ground, Sch. l.c.
καταείσατο, v. κάτειμι.
καταείσατο, ep. statt καθείσατο, aor. med. zu καθέζω, δόρυ καταείσατο, der Wurfspieß fuhr herab, Il. 11.358.
καταείσατο
3 sing. aor. mid. καθίημι2.
καταείσατο : see κάτειμι.