Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κατακυρτόω
Bailly 2024
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κατάκτης
κατάκτησις
κατακτίζω
κατακτός
κατάκτρια
κατακτυπέω
κατακτύπησις
κατάκτυπος
κατακυβεύω
κατακυβιστάω
κατακυδαίνω
κατακυδρόω
κατακυκάω
κατάκυκλος
κατακυκλόω
κατακυλινδέω
κατακυλίνδω
κατακύλισμα
κατακυλιστός
κατακυλίω
κατακύλλωμα
κατακυματόω
κατακυμβαλίζω
κατακυμοτακής
κατακυνῶν
κατακυπτάζω
κατακύπτω
κατακυρίευσις
κατακυριεύω
κατακυρόω
κατακυρτόω
κατάκυψις
κατακωκύω
κατακωλύω
κατακωμάζω
κατακωμῳδέω
κατακωχή
κατακώχιμος
καταλαβεύς
καταλαβή
κατάλαβρος
καταλαγνεύομαι
κατάλαγνος
καταλαγχάνω
καταλαζονεύομαι
καταλαθισταί
καταλακτίζω
καταλαλάζω
καταλαλέω
καταλαλητέον
καταλαλιά
καταλαλία
κατάλαλος
καταλαμβάνω
κατάλαμπρος
καταλαμπρύνω
καταλαμπτέος
καταλάμπω
καταλαμφθείς
κατάλαμψις
καταλάμψομαι
…
κατακυρτόω
Save
Bailly 2024
Pape
κατα·κυρτόω-ῶ,
courber,
Eum.
p. 242
.
κατακυρτόω
,
krümmen
, Eumath.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}