καταλεκτέος Save Bailly 2024 Grieks Nederlands καταλεκτέος, α, ον, vb. de καταλέγω, Plat. Leg. 968c ; Eup. (Eust. p. 1915, 17). καταλεκτέος -α -ον, adj. verb. van καταλέγω, die geregistreerd moet worden.