κατανιάω
κατ-ᾰνιάω,
- strengthd. for ἀνιάω, Hsch. s.v. κατήφησας:—also κατανιάζω, Id. s.v. κατηφήσας (Pass.).
κατανιάω, Erkl. von κατηφέω, Hesych.