κατανεκρόω
κατανεκρόω, kill
κατανεκρόω,
- kill, prob. in Tab.Defix.Aud. 16Fr. x 13.
- 2 deaden, τὴν ζῳογόνον φύσιν ἐν τῷ χειμῶνι -ωθεῖσαν Lyd. Mens. 4.67.
κατανεκρόω, ertöten, Sp.