καταρρυής
καταρρυής, falling away
καταρρῠής, ές,
- slipping away: hence, dripping with fat, μηροί S. Ant. 1010.
καταρρυής, ής, ές, qui découle, qui tombe, Soph. Ant. 1010.
Étym. καταρρέω.
καταρρυής, ές, herabfließend, -fallend, Soph. Ant. 1910.
καταρρυής, ές
καταρρέω
- falling away, Soph.