καταρτεία
καταρτεία, equipment
καταρτ-εία or καταρτ-ία, ἡ,
- = ἐξαρτία, PSI 9.1030.6 (ii A. D.), POxy. 1208.14 (iii A.D.); written καταρθία and καταρτ-εία PLond. 3.1164 (h) 17, 25 (iii A.D.), PSI 9.1072.10 (iii A.D.).
- II v.l. for -άρτιος, Artem. 2.53.