καταστύφελος
καταστύφελος, very hard
κατα-στύφελος [ῠ], ον,
- very hard or rugged, πέτρη, χῶρος, h.Merc. 124, Hes. Th. 806.
κατα·στύφελος, ος, ον [ῠ]
1 très dur, très rude, Hh. Merc. 124 ||
2 très sec, Hés. Th. 806.
Étym. κ. στυφελός.
καταστύφελος, sehr hart, fest, πέτρη, χῶρος, H.h. Herc. 124 Hes. Th. 806.
καταστύφελος
κατα-στύφελος (ῠ), ον
- very hard or rugged, Hes.