καταχρέμπτομαι
καταχρέμπτομαι, to spit upon
καταχρέμπτομαι,
- spit upon, τινος Ar. Pax 815.
κατα·χρέμπτομαι, cracher sur, gén. Ar. Pax 815.
καταχρέμπτομαι, anspucken, τινός, Ar. Pax 815, Schol. καταπτύω ; Eust.
καταχρέμπτομαι
- Dep. to spit upon, τινος Ar.