κατάχολος
κατάχολος, very bilious
κατάχολος, ον,
- very bilious, ὑποχωρήματα Hp. Epid. 7.14, cf. Aët. 8.74.
κατά·χολος, ος, ον, plein de bile, Hpc. 1215c.
Étym. κ. χολή.
κατάχολος, sehr gallig, Hippocr.