κατεξουσιαστικός Save Bailly 2024 Pape κατεξουσιαστικός, ή, όν, qui est la marque de l’autorité, Clém. 134. Étym. κατεξουσιάζω. κατεξουσιαστικός, ή, όν, zur Ausübung der Gewalt gehörig, sie bezeichnend, ῥάβδος Clem.Al.