κηρωτομάλαγμα
κηρωτομάλαγμα, wax plaster
κηρωτο-μάλαγμα [μᾰ], ατος, τό,
- wax plaster, Gal. 13.1006.
κηρωτο·μάλαγμα, ατος (τὸ) [μᾰ] emplâtre de cérat, Gal. 13, 849.
Étym. κηρωτός, μαλάσσω.
κηρωτομάλαγμα, τό, Wachspflaster, Galen.