Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κινναβάριον
κινναβάριον, eye-salve
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κινδυνεύω
κίνδυνος
κινδυνώδης
κινδυνωδῶς
Κινέας
κίνερμοι
Κινέσων
κινέω
κινηθμός
κίνηθρον
κίνημα
Κινησίας
κινησίγαιος
κινησίπολος
κίνησις
κινησιφόρος
κινησίφυλλος
κινησίχθων
κινητέος
κινητήρ
κινητήριος
κινητής
κινητιάω
κινητικός
κινητός
κίνητρον
κίννα
κιννάβαρι
κινναβαρίζω
κινναβάρινος
κινναβάριον
κινναβάριος
κιννάβαρις
κιννάβευμα
κίνναβος
κινναμολόγος
κίνναμον
κινναμωμέλαιον
κινναμωμίζω
κινναμώμινος
κινναμωμίς
κιννάμωμον
κιννάμωμος
κινναμωμοφόρος
Κίννας
κιννυρίδες
κινούρης
κίνυγμα
κίνυμαι
κίνυμι
κινύρα
Κινύρας
Κινύρεια
Κινύρης
κινυρίζω
κινύρομαι
κινυρός
κινύσσομαι
κινύσσω
κινύτιδος
Κινύφειος
…
κινναβάριον
Save
κινναβάριον, eye-salve
LSJ
κινναβᾰρ-ιον, τό, name of an
eye-salve,
Gal.
12.786.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}