κλεώνιον Save LSJ Pape κλεώνιον, τό, = ἑλένιον, Dsc. 1.28: κλεωναία, ἡ, prob. in Ps.-Dsc. ibid., Hsch. κλεώνιον, τό, eine Pflanze, die auch νεκτάριον heißt, Diosc.