κλυσμάτιον
κλυσμάτιον, clyster
κλυσ-μάτιον, τό,
- Dim. of κλύσμα, clyster, Hp. Epid. 3.17.γʹ, Ruf. Ren.Ves. 1, etc.
κλυσμάτιον, ου (τὸ) [ᾰ] clystère, Hpc. 1098.
Étym. dim. de κλύσμα.
κλυσμάτιον, τό, dim. zu κλύσμα, bes., Klystier, Hippocr.