κοβαλίκευμα
κοβαλίκευμα, a knavish trick
κοβᾱλ-ίκευμα, ατος, τό,
- knavish trick, Ar. Eq. 332 (pl.).
κοβαλίκευμα, ατος (τὸ) [ᾱῑ] bouffonnerie, mystification, Ar. Eq. 322 au pl.
Étym. κόβαλος.
κοβαλίκευμα, [βᾱ], τό, = κοβαλεία ; Ar. ἐν πανουργίᾳ τε καὶ θράσει καὶ κοβαλικεύμασι Eq. 332.
κοβαλίκευμα
κοβᾱλίκευμα, ατος, τό,
- a knavish trick, Ar. from κόβᾱλος