Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κομμωτίζω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κομιστέος
κομιστή
κομιστήρ
κομιστής
κομιστικός
κομιστός
κομίστρια
κόμιστρον
κομίτιον
κόμμα
Κομμαγηνή
Κομμαγηνοί
κομματίας
κομματικός
κομματικῶς
κομμάτιον
Κομμένιος
κόμμι
κομμίδιον
κομμιδώδης
κομμίζω
κομμιώδης
κομμός
κομμόω
κομμώ
κομμῶ
κόμμωμα
κόμμωσις
κομμωτής
κομμωτίζομαι
κομμωτίζω
κομμωτικός
κομμώτρια
κομμώτριον
Κομνηνός
Κομνοκάριος
κομοτροφέω
κομόων
κομόωντες
κομπάζω
κόμπαλος
Κομπασεύς
κομπασία
κόμπασμα
κομπασμός
κομπαστής
κομπαστικός
κομπέω
κομπηγόρος
κομπηρός
κομπισμός
Κομπλέγα
κομποθηλαία
κομποθήλυκα
κομπολακέω
κομπολακυθέω
κομπολακύθης
κομπολάκυθος
κομπολογέω
κομπολογία
κομπονομέω
…
κομμωτίζω
Save
Pape
κομμωτίζω
, = κομμόω, Sp.;
VLL
erkl. ἐπιμελοῦμαι.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}