κονδύλωσις
κονδύλωσις, knob, callous lump
κονδῠλ-ωσις, εως, ἡ, = foreg., Hp. Haem. 4, 5.
κονδύλωσις, εως (ἡ) [ῠ] c. le préc. Hpc. 893.
κονδύλωσις, ἡ, die Anschwellung, Geschwulst, Hippocr.
κονδύλωσις, knob, callous lump