κόνιον
κόνιον, τό,
- = κονία, Suid.; dub. sens. in POxy. 739.7 (i A.D.).
- II v. κώνειον. κονιόπους and κονιορτόποδες, v. κονίποδες.
κόνιον, τό,
1) dim. von κόνις, Suid., zw.
2) = κώνειον.
1) dim. von κόνις, Suid., zw.
2) = κώνειον.