κοντοκυνηγέσιον
κοντοκυνηγέσιον, wild-beast hunt with pikes
κοντο-κῠνηγέσιον, τό,
- wild-beast hunt with pikes, IGRom. 4.1632.7 (Philadelphia).
κοντοκυνηγέσιον, wild-beast hunt with pikes