κορωνοπόδιον
κορωνο-πόδιον, τό,
- Dim. of κορωνόπους, Aët. 1.224, Gp. 20.9, PMag. Osl. 1.283.
κορωνοπόδιον, ου (τὸ) dim. de κορωνόπους, Geop. 20, 9 ; Aét. 11, 54.
κορωνοπόδιον, τό, dim. von κορωνόπους, ein Kraut, Sp.
λαβὼν ᾠὸν κορώνης καὶ κορωνοποδίου βοτάνης χυλὸν καὶ χολὴν νάρκας ποταμίας τρῖψον μετὰ μέλιτος
toma un huevo de corneja, jugo de la planta «cuerno de ciervo» y la hiel de un torpedo de río y mézclalo con miel