κορωνόν
κορωνόν, condyles
κορωνόν, τό,
- = κορώνη II.5; τοῦ πήχεως Gal. UP 2.15, al.; τὰ τῆς κεφαλῆς κ. condyles, Id. 2.460.
- 2 κόρωνα, τά, elbows, Herod.Med. ap. Orib. 10.18.7, Orib. Fr. 97; κορωνά Luc. Trag. 122.