κουράλιον Save LSJ Bailly 2024 Pape κουράλιον, τό, poet. for κοράλλιον (q.v.). κουράλιον, ου (τὸ) [ᾰ] ion. c. κοράλλιον, Orph. Lith. 505, 571, etc. ; Th. Lap. 67 ; DP. 1103. κουράλιον, τό, = κοράλλιον ; Theophr.; Dion.Per. 1103 u. a.Sp.