Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κυκλοποιησάμενοι
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κυκλίζομαι
κυκλίζω
κυκλικός
κυκλικῶς
κυκλιοδιδάσκαλος
κύκλιος
κυκλίσκιον
κυκλίσκομαι
κυκλίσκος
κυκλισκωτός
κυκλισμός
κυκλίστρια
κυκλοβορέω
Κυκλοβορέω
Κυκλοβόρος
κυκλογάλων
κυκλογραφέω
κυκλογραφία
κυκλογράφος
κυκλοδίωκτος
κυκλοειδής
κυκλοειδῶς
κυκλόεις
κυκλοέλικτος
κυκλόθεν
κυκλόθι
κυκλομόλιβδος
κυκλομόλυβδος
κυκλοποιέομαι
κυκλοποιέω
κυκλοποιησάμενοι
κυκλοπορεία
κυκλοπορέω
κυκλοπορία
κυκλοπόρος
κύκλος
κυκλόσε
κυκλοσοβέω
κυκλοστρεφέομαι
κυκλοτερής
κυκλοτέρμων
κυκλοτερῶς
κυκλότης
κυκλοῦχος
κυκλοφορέομαι
κυκλοφορητικός
κυκλοφορητικῶς
κυκλοφόρητος
κυκλοφορία
κυκλοφορικός
κυκλοφορικῶς
κυκλοφόρος
κυκλόω
κυκλώδης
κύκλωθεν
κύκλωμα
Κυκλωπεία
Κυκλώπειος
Κύκλωπες
Κυκλωπία
Κυκλωπικῶς
…
κυκλοποιησάμενοι
Save
LSJ
κυκλο-ποιησάμενοι, f.l. for κύκλον ποι- in
X.
Cyr.
7.1.40.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}