κυκλοφορέομαι
κυκλοφορέομαι, revolve
κυκλοφορ-έομαι, Pass.,
- revolve, Arist. Mu. 391b22, f.l. in Heraclit. All. 36.
κυκλοφορέομαι-οῦμαι, se mouvoir circulairement, Arstt. Mund. 2 ; Plut. M. 927b, 952e.
Étym. κυκλοφόρος.
κυκλοφορέομαι, sich im Kreise bewegen ; τῆς ἐν τόρνῳ κυκλοφορουμένης σφαίρας Arist. mund. 2 ; Plut. u. a.Sp.