κυλλόπους
κυλλόπους, club-footed
κυλλό-πους, ὁ, ἡ, πουν, τό, gen. ποδος,
- club-footed, Aristodem. 8; θεοί Agatharch. 7.
κυλλό·πους, -ποδος (ὁ, ἡ) cagneux, Aristod. (Ath. 338a).
Étym. κυλλός, πούς.
κυλλόπους, -ποδος, ὁ, = κυλλοποδίων, Aristodem. bei Ath. VIII.338a.