κυνόμορον
κῠνό-μορον, τό,
- = κυνόσβατος, Gal. 12.426; also, = ἀπόκυνον, Id. 11.835.
κυνό·μορον, ου (τὸ) [ῠ] fruit de l’églantier, Gal. 13, 158.
κυνόμορον, τό, Hahnebutte, Frucht des κυνόσβατος.