κυνοκτόνος
κυνοκτόνος, killing dogs
κῠνο-κτόνος, ον,
- killing dogs: κ., τό, = ἀκόνιτον, Dsc. 4.76.
κυνοκτόνος, Hunde tötend ; τὸ κυν. heißt das ἀκόνιτον, Diosc.
κυνοκτόνος, killing dogs