κωμήτωρ Save LSJ Bailly 2024 Pape κωμ-ήτωρ, ορος, ὁ, = κωμήτης, St.Byz. s.v. κώμη. κωμήτωρ, ορος (ὁ) c. κωμήτης, E. Byz. vo κώμη. κωμήτωρ, ορος, ὁ, = κωμήτης, Dorfbewohner, St.B. v. κώμη.