κωμύδριον
κωμύδριον, τό,
- Dim. of κώμη, Porph. Chr. 64.
- II perh. Dim. of κῶμος, Steph. in Rh. 285.19.
κωμύδριον, ου (τὸ) c. κώμιον, Naz. 3, 1059 a Migne.
κωμύδριον, τό, dim. von κώμη, Dörfchen, Sp.