Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λάξιμος
λάξιμος, hewn
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Λαμψάκη
Λαμψακηνός
Λάμψακος
λαμψάνη
λάμψις
λάμψομαι
Λάμων
Λάνασσα
λανάτος
λανθανόντως
λανθάνω
λανίζει
λανίζω
Λανίκη
λᾷνος
λᾶνος
λανός
Λάνοτρος
Λανούβιον
λάξ
λαξεία
λάξευμα
λάξευσις
λαξευτήρ
λαξευτήριον
λαξευτής
λαξευτικός
λαξευτός
λαξεύω
λαξικός
λάξιμος
λάξις
λᾶξις
λαξολατόμος
λάξομαι
λαξόος
λαξός
λαξπάτητος
Λαοβίη
λαοβόρος
λαοβότειρα
λαοβότος
Λαόγονος
Λαογόνος
λαογραφέω
λαογραφία
λαογράφος
λαοδάμας
Λαοδάμας
Λαοδάμεια
Λαοδικεία
Λαοδίκεια
Λαοδικεύς
Λαοδίκη
Λαοδικία
Λαοδίκιον
λαόδικος
λαοδογματικός
λαοδογματικῶς
λαοδόκος
Λαόδοκος
…
λάξιμος
Save
λάξιμος, hewn
LSJ
λάξ-ιμος, η, ον,
hewn,
PLond.
3.856.30 (i A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}