Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λανάτος
Brill-Montanari
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Λαμπτήρια
λαμπτηροκλέπτης
λαμπτηρουχία
λαμπτηροφόρος
Λαμπτραί
Λαμπτρεύς
λαμπτρίς
λαμπυρίζω
λαμπυρίς
λάμπω
λαμπώδης
λάμπων
Λάμπων
Λαμπώνιον
Λαμπώνιος
Λαμύνθιος
λαμυρεύομαι
λαμυρία
λαμυρίς
λαμυρός
λαμυρῶς
λαμφθῆναι
Λαμψάκη
Λαμψακηνός
Λάμψακος
λαμψάνη
λάμψις
λάμψομαι
Λάμων
Λάνασσα
λανάτος
λανθανόντως
λανθάνω
λανίζει
λανίζω
Λανίκη
λᾷνος
λᾶνος
λανός
Λάνοτρος
Λανούβιον
λάξ
λαξεία
λάξευμα
λάξευσις
λαξευτήρ
λαξευτήριον
λαξευτής
λαξευτικός
λαξευτός
λαξεύω
λαξικός
λάξιμος
λάξις
λᾶξις
λαξολατόμος
λάξομαι
λαξόος
λαξός
λαξπάτητος
Λαοβίη
…
λανάτος
Save
Brill-Montanari
λανάτος
-ου,
ὁ
[
Lat.
lanatus]
woolen garment
Dor.
2
Doct.
45.15.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}