λαμπρόπους
λαμπρόπους, bright-footed
λαμπρό-πους, ὁ, ἡ, πουν, τό, gen. ποδος,
- bright-footed, Sch.DIl. 1.538.
λαμπρόπους, ποδος, mit glänzenden Füßen, Erkl. von ἀργυρόπεζα, Schol. Il. 1.538.
λαμπρόπους, bright-footed