Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λαπαρῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λαοτομέω
λᾳοτομέω
λαοτόμος
λαοτόρος
λαοτρόφος
λαότροφος
λαοτύπος
Λαουϊνία
Λαουινϊάται
Λαουΐνιον
λαοφθόρος
λαοφόνος
λαοφόρος
Λαοφόων
Λαοφῶν
λαοχαρής
λάπαγμα
λαπαγμός
λαπαδνός
λαπάζειν
λαπάζω
λαπαθοειδής
λάπαθον
λάπαθος
λαπακτικός
λάπαξις
λαπάρα
λαπάρη
λαπαρός
λαπαρότης
λαπαρῶς
λαπάσσω
λαπάττω
λάπεδον
Λαπέρσιος
Λαπέρσιος Ζεύς
λάπη
Λάπηθος
λαπήνη
λαπιδόρχας
λαπίζω
Λαπίθαι
Λαπίθαιον
Λαπιθανός
Λαπίθης
Λάπιθος
λαπικτής
λάπισμα
λαπίσσω
λαπιστής
λαπίστρια
λάπος
λάππειν
λάπτης
λαπτικός
λαπτυήρ
λάπτω
λαπύρια
λαπώδης
λαπῷος
Λὰρ
…
λαπαρῶς
Save
Bailly 2024
λαπαρῶς
[
ᾰᾰ
]
adv.
en état de relâchement,
Hpc.
1062
h
.
Étym.
λαπαρός
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}