λατόμιον
λατόμιον, quarry
λᾱτόμ-ιον, v. λατομεῖον.
λᾱτόμιον -ου, τό Strab. 5.3.10, al. Eph. 3.11 (IIIBCE) etc., see λατομεῖον.
λατόμιον, ου (τὸ) [ᾱ] var. p. λατομεῖον, Str. 238, 395.
λατόμιον, [ᾱ], τό, Steinbruch, Strab. 5.3.10 u. oft ; Inscr. 2032. S. auch λατομεῖον.