Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λεκίθιον
λεκίθιον, bean-meal
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λειψύδριον
Λειψύδριον
λείψυδρος
λείψω
λείω
λειώδης
Λειώδης
λειωκόρης
Λειώκριτος
λειώλης
λείωμα
λείων
λείως
λείωσις
λειωτέον
λέκαιος
λεκαλέος
λεκανάριον
λεκάνη
λεκανίδιον
λεκάνιον
λεκανίς
λεκανίσκη
λεκανομαντεία
λεκανόμαντις
λεκανόπωλις
λέκανος
λεκανοσκοπία
λεκάριον
Λεκίθη
λεκίθιον
λεκιθίτης
λεκιθίτης ἄρτος
λεκιθοειδής
λεκιθολαχανόπωλις
λεκιθοπώλης
λεκιθόπωλις
λέκιθος
λεκιθώδης
λεκίς
λεκίσκιον
λεκίσκος
λέκκη
λέκος
λεκός
λέκρανα
λέκροι
λεκτέος
λέκτης
λεκτικάριος
λεκτική
λεκτίκιον
λεκτικός
λεκτικῶς
λεκτίνιον
λεκτίς
λέκτο
Λεκτόν
λεκτός
Λέκτος
λέκτριος
…
λεκίθιον
Save
λεκίθιον, bean-meal
LSJ
λεκίθ-ιον [
ῐθ
], τό,
bean-meal,
PHolm.
19.41.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}