λεσχήν
λεσχήν, chatterer
λεσχ-ήν, ῆνος, ὁ,
- chatterer, Timo 46.
λεσχήν -ῆνος, ἡ [λέσχημα ] chatterbox Timo 46.
λεσχήν, ὁ, ῆνος, s. λέσχης.
λεσχήν, chatterer