λιγνυόεις
λιγνυόεις, smoky, sooty
λιγνῠόεις, εσσα, εν,
- smoky, sooty, καπνός A.R. 2.133, 3.1291.
λιγνῠόεις -όεσσα -όεν [λιγνύς] sooty, black, with smoke Ap. 2.133, 3.1291 Nonn. D. 2.522.
λιγνυόεις, όεσσα, όεν, c. λιγνυώδης, A. Rh. 2, 133 ; 3, 1291.
λιγνυόεις, εσσα, εν, räucherig, qualmig, καπνός, Ap.Rh. 2.133, vgl. 3.1291.