λιγύπνοος
λῐγῠ-πνοος, ον, contr. λιγύπνους, ουν, = foreg., Coluth. 309, IG 14.1934f7.
λῐγύπνοος -οον, contr. λιγύπνους -ουν [λιγύς, πνέω ] Colluth. 311, see λῐγύπνοιος.
λιγύ·πνοος-ους, οος-ους, οον-ουν [ῐ] c. le préc. Col. 309.
Étym. λ. πνέω.
λιγύπνοος, laut wehend, pfeifend, ἡλιγύπνους ἀκρίς, Epigr. Zeitschr. für A. W. 1844, p. 1008 ; νομός, lustig, Coluth. 309.