λιγυρόκτυπος Save Brill-Montanari Pape λῐγῠρόκτῠπος -ον [λιγυρός, κτυπέω] melodious-sounding, v.l. for λυροκτύπος. λιγυρόκτυπος, = λιγυρόθροος, Sp.