Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιμώττω
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λιμοδοξία
Λιμοδωριεῖς
λιμόδωρον
λιμοθνής
λιμοκίμβιξ
λιμοκόλαξ
λιμοκτονέω
λιμοκτονία
λιμοκτόνος
λιμομαχέω
λιμόξηρος
λιμοποιός
λιμοπύκτης
Λιμοπύκτης
λιμός
Λίμος
λιμουργός
λιμοφορεύς
λιμοψώρα
λιμόψωρος
λιμπάνω
Λίμυρα
Λιμυρός
Λίμυρος
λιμφεύειν
λιμφεύω
λιμφός
λιμώδης
λίμωξις
λιμώσσω
λιμώττω
λῖν
λιναγέρτης
λιναγερτουμένη
λιναγρετέομαι
λιναγρέτης
λιναῖος
λίναμαι
λινάριον
λινάρμενον
λιναυτιά
λινάω
λίνδεσθαι
Λίνδιοι
Λίνδιος
Λίνδοθεν
λίνδομαι
λίνδος
Λίνδος
λινέα
λίνειος
λινέλαιον
λινέμπορος
λίνεος
λινεργέω
λινεργής
λινεργός
λινεύς
λινεύω
λινέψιον
λινεψός
…
λιμώττω
Save
Grieks Nederlands
λιμώττω,
Ion.
λιμώσσω
[λιμός]
hongerig zijn.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}