λιχνότης
λιχνό-της, ητος, ἡ,
- = λιχνεία, Sch. Ar. Av. 1690.
λιχνότης -ητος, ἡ [λίχνος ] greed Sch. Aristoph. Av. 1691.
λιχνότης, ητος, ἡ, = λιχνεία, Schol. Ar. Av. 1690.