λογοθήρας
λογοθήρας, word-catcher
λογο-θήρας, ου, ὁ,
- word-catcher, Ph. 1.526, al.
λογοθήρᾱς -ου, ὁ [λόγος , θηράω ] hunter of words Phil.2 Congr. 53, al.
λογο·θήρας, ου (ὁ) [ᾱ] qui va à la chasse des mots, Phil. 3, 685.
Étym. λ. θηράω.
λογοθήρας, ὁ, Wortjäger, καὶ σοφιστής, Philo.