Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μίμνεσκον
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μιμάς
μίμαστα
μιμαυλέω
μίμαυλος
μιμεία
μιμέομαι
μιμερά
μιμήκυλον
μιμηλάζω
μιμηλίζω
μιμηλός
μιμηλότης
μίμημα
μίμησις
μιμητάς
μιμητέος
μιμητής
μιμητικός
μιμητικῶς
μιμητός
μιμήτωρ
μιμία
μιμίαμβοι
μιμίζω
μιμικός
μιμιχμός
μιμνάζω
μιμνᾴσκω
Μιμνέρμειον
Μίμνερμος
μίμνεσκον
μιμνήσκω
μιμνῄσκω
μιμνόντεσσι
μίμνω
μιμόβιος
μιμογράφος
μιμολογέομαι
μιμολογέω
μιμολογία
μιμολόγος
μιμορτοβία
μῖμος
μιμώ
μιμῳδός
μιν
μίν
μίνδαξ
Μίνδαρος
Μίνδιος
μίνδις
Μίνδων
Μινέρουιον
μίνθα
μίνθη
μινθόβαψ
μίνθος
μινθόω
μίνθων
μίνθωνος
μίνιον
…
μίμνεσκον
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
μίμνεσκον,
v.
μίμνω
.
μίμνεσκον
iter. imperf.
van
μίμνω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}