Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μιμήκυλον
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μιλτόχροος
μιλτόχρως
μιλτόχρωτος
μιλτόω
Μιλτώ
μιλτώδης
μιλτωρυχία
μιλτωρύχος
μιλτωτός
Μιλύαι
Μιλύας
μίλφαι
μιλφός
μίλφωσις
Μίλων
Μιλώνιος
μιμαίκυλον
μιμάκυλον
Μιμαλλών
μιμάξασα
μίμαρκις
μίμαρκυς
Μίμας
μιμάς
μίμαστα
μιμαυλέω
μίμαυλος
μιμεία
μιμέομαι
μιμερά
μιμήκυλον
μιμηλάζω
μιμηλίζω
μιμηλός
μιμηλότης
μίμημα
μίμησις
μιμητάς
μιμητέος
μιμητής
μιμητικός
μιμητικῶς
μιμητός
μιμήτωρ
μιμία
μιμίαμβοι
μιμίζω
μιμικός
μιμιχμός
μιμνάζω
μιμνᾴσκω
Μιμνέρμειον
Μίμνερμος
μίμνεσκον
μιμνήσκω
μιμνῄσκω
μιμνόντεσσι
μίμνω
μιμόβιος
μιμογράφος
μιμολογέομαι
…
μιμήκυλον
Save
Bailly 2024
μιμήκυλον,
ου
(
τὸ
)
ou
μιμήκυλος,
ου
(
ὁ
)
[
ῑῠ
]
c.
μιμαίκυλον,
Gal.
6, 357
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}