Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μασδός
Bailly 2024
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μαρτυροποιέω
μαρτυροποίημα
μαρτυροποίησις
μαρτυροποιΐα
μάρτυρος
μάρτυς
Μαρυανδεύς
μαρύεται
μαρυκάομαι
μαρύκημα
Μάρυλλος
μαρύομαι
μαρυπτόν
Μαρφαδάτης
μάρψει
Μάρων
Μαρώνεια
Μαρωνείτης
μαρώνη
Μαρωνίς
Μασαβάτης
Μασάδα
Μασαισύλιοι
Μασανάσσης
Μασανοί
μασάομαι
μάσασθαι
μασᾶσθαι
μάσδα
μάσδασνος
μασδός
μάσημα
Μάσης
μάσησις
μασητά
μασητήρ
μασητικός
μασθαλίς
μάσθλη
μάσθλημα
μάσθλης
μασθλήτινος
μασθοειδής
μασθός
μασθωτόν
μασι
μασι-
μασίγδουπος
Μασίστης
Μασίστιος
Μασίστρης
Μασκάμειος
Μασκάμης
Μάσκας
μασκαύλης
μάσκη
μάσλης
μάσμα
μασουάφιον
μασουχᾶς
μάσπετον
…
μασδός
Save
Bailly 2024
Pape
μασδός,
v.
μαζός 1
.
μασδός
, ὁ, dor. statt μάζα, μαζός.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}